Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Ένας υπέροχος άνθρωπος


Ένας υπέροχος άνθρωπος ξεπροβάλλει στην αμμουδιά της παραλίας. Ο κοκκινοπός ήλιος ήδη αρχίζει σιγά σιγά να χάνεται από τον ορίζοντα. Κρατάει ένα καλάμι και έναν κουβά με τα σύνεργα του ψαρέματος. Βγάζει τις σαγιονάρες του και τις αφήνει στις πετρούλες. Από τον κουβά βγάζει ένα μισόγεμάτο μπουκάλι ουίσκι. Το ανοίγει και παίρνει μια τζούρα. Τον βλέπουμε να πιάνει το σκουλικάκι που χτυπιέται μάταια προσπαθώντας να γλιτώσει τον διαμελισμό. Του λεει « έλα έλα, μην ανυσηχείς μην ανησυχείς.. όλα θα πάνε καλά.. όλα θα πάνε καλά..» και μετά το κόβει με το ψαλιδάκι του στα δυο. Το σκουλικάκι κομμένο στα 2 χτυπιέται πιο έντονα. Το τραβάει από την ουρίτσα και του περνάει το αγκίστρι μέσα από το σώμα του που στάζει υγρά και σκουλικίσια όργανα μάλλον που δεν θα ξαναλειτουργήσουν όπως θα ήθελε το σκουλικάκι, που ακόμα και μισό και σουβλισμένο εξακολουθεί να κινείται. Στη συνέχεια παίρνει το βαρύδιο και το ξεμπλέκει από την πετονιά που ήταν χαλαρή. Αφού τα ζυγιάζει όλα, βουτάει στην θάλλασα με τις μικρές πετρούλες καθώς αυτές μαζί με την άμμο βουλιάζουν τα πόδια του. Μόνο ο δικός του θόρυβος ακούγεται στην παραλία και κάτι μέλλισες που περιτριγυρίζουν το ακρωτηριασμένο κορμί του σκουλικιού και της υπόλοιπης οικογένειας που χωρίς να αντιλαμβάνονται πλήρως το ακριβές τους μέλλον προσπαθούν παρόλα αυτά να βγούν έξω από το κουτάκι που είναι τυλιγμένο στην αεροστεγή σακουλίτσα. Μετά αμολάει την πετονιά με μια περίτεχνη κίνηση. Ένα πλουφ ταράζει την ήρεμη θαλασσα λίγα μέτρα πιο πέρα εκεί που σκάει το βαρύδιο. Καθώς γυρνάει την πετονιά για να την τεντώσει τραβιέται προς τα πίσω.

Αφήνει για λίγο το καλάμι και πιάνει το ουίσκι. Πάει να βγάλει έναν λυγμό από μέσα του, αλλά προλαβαίνει να πιεί μια γενναία τζούρα. Πάει στη σακουλίτσα με τα υπόλοιπα δολώματα. «μην ανησυχείτε, όλα θα πάνε καλά, θα πιάσω εγώ το ψαράκι που θα το φάει και θα το εκδικιθώ για σας τον μικρό που τον πήρανε». Μετά ξαναπιάνει το καλάμι περιμένοντας. Λίγο αργότερα η πετονιά αρχίζει και τραβάει. «τσίμπισε ψαράκι με το καλό μου το σκουλικάκι? Είδες που σου λεγα οτι όλα θα πάνε καλά? Είδες? Κατέληξες στο στόμα ένός πολύ γλυκού ψαριού. Τώρα θα το τραβήξουμε προς τα έξω για να πάρω εκδίκιση για σένα και τους δικούς σου που σ’έχασαν». Τραβάει την πετονιά νιώθοντας μια μικρή δύναμη προς την αντίθετη κατεύθυνση, ακόμια μια απεγνωσμένη προσπάθεια ενός πλάσματος να μείνει μακρύα από μπελάδες ελεύθερο να βοσκεί, αντί να ζήσει τον μαρτυρικό θάνατο της ασφυξίας έξω από το νεράκι, αλλά ούτε και αυτή είναι αρκετή. Ένα δυνατότερο πλάσμα από αυτό, όχι απαραίτητα εξυπνότερο ή αγιότερο θα ορίσει τη ζωή του.

Η πετονιά, όπως και ο ήλιος είναι στα τελειώματά τους και ο Υπέροχος αυτός άνθρωπος βγάζει ένα μικρό ψαράκι που σπαρταράει έξω στο νερό. «είσαι και εσύ πολύ γλυκός κύριε ψαράκι, αλλά θα πρέπει να σε αφήσω λίγο έξω για τιμωρία που έφαγες τον Μιχάλη το σκουλικάκι. Εσένα θα σε ονομάσω Κώστα». Το πετάει μέσα στον κουβά. Ο Κώστας χτυπιέται, ενώ από τη σακούλα προσπαθούν να δραπετεύσουν οι συγγενείς του Μιχάλη. Οι μέλλισες περιτριγυρίζουν τον Κώστα και περισσότερες από 7-8 κάθονται πάνω του και τον τρώνε. Επίσης μαζεύονται και δίπλα στον υπέροχο άνθρωπο που φοβάται τις μέλισσες και εκνευρίζεται. Παίρνει σε λίγο την απόφαση και μαζεύει τις πετονιές του, την σακούλα με τα δολώματα, τον Κώστα που σπαρταράει στον κουβά και φεύγει αφήνοντας πεταμένο το μπουκάλι με το ουίσκι που τελείωσε. «Κώστα, ακόμα το παλεύεις. Μπράβο Κώστα.. γιαυτό θα σε ανταμείψω με λίγο νεράκι θαλασσινό» πάει στον κουβά και γεμίζει λίγο νεράκι από τη θάλασσα, και αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε στην ακρογυαλιά. Ο Κώστας με μια γρήγορη κίνηση κάνει κύκλους μέσα στον κουβά.

Έχοντας φτάσει στη σκηνή του λίγο παραπέρα αφήνει τα καλάμια και τον κουβά και πάει να πλυθεί. Μετά το πλύσιμο, μπαίνει στη σκηνή του και βγάζει ένα στρατιωτικό μαχαίρι. «Κώστα?. Νιώθεις καλά στο καινούργιο σου σπιτάκι? Η γυναίκα σου? Λες να σε ψάχνει? Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά.. όλα θα πάνε καλά.» Παίρνει το μαχαίρι και βάζει μέσα στο νερό και σπρώχνει το ψαράκι ενώ αυτό κάνει κύκλους όλο και πιο έντονα τρομοκρατημένο από την παρουσία ενός κοφτερού αντικειμένου στη μικρή του φυλακή.

Εκεί, λίγο έξω από τη σκηνή μια μεγάλη αράχνη ξετιλύγει τον ιστό της και κατεβαίνει από το δέντρο μυρίζοντας τα ζωύφια που μαζεύτηκαν γύρω από το ψάρι να στήσει σε κάποια από αυτά παγίδα, να τσιμπίσει κανένα να το τυλίξει πακέτο να το πάρει σπίτι της να το φάει αυτή με τα μικρά. Κάθε μέρα άγχος να βρει, να σκοτώσει, να φάει, να αναπαραχθεί, να κόψει το κεφάλι του αρσενικού, να προφυλαχθεί από τους κινδύνους. Ξαφνικά μια πατημασιά με την παντόφλα του υπέροχού του ανθρώπου σκορπίζει τα μέλη της, το καύκαλο τα ζουμιά της στον περιβάλλοντα χώρο και όλα σταματούν να έχουν για αυτήν νόημα.

«Άχ Κώστα, τώρα όμως ήρθε η ώρα να πάρεις και εσύ το μάθημά σου, γιατί έτσι είναι αυτές οι καριόλες οι γυναίκες Κώστα. Αν δεν μπορείς να τις ταϊσεις φεύγουν. Σου γυρνάνε την πλάτη και ψάχνουν για άλλον. Έτσι είναι ο κόσμος Κώστα. Είναι κακός.» και αμέσως ρίχνει μια μαχαιριά δυνατή προς το μέρος του ψαριού. Το ψαράκι δραπετεύει. «αχ Κώστα, είσαι και εσύ εγκλωβισμένος στον κόσμο με τους κακούς ανθρώπους που θέλουν το κακό σου και προσπαθείς να ξεφύγεις» του ρίχνει αλλη μία. «και κάνεις κύκλους, ελπίζοντας να μην σε πετύχουν» και η λεπίδα χτυπάει το ψαράκι. Το ψαράκι γέρνει από το χτύπημα. «αλλά κάποτε θα σε πετύχουν Κώστα, κάποτε θα σε πετύχουν» το κόβει άλλη μια φορά με την λεπίδα. Τον κόβει και μια τρίτη. Το ψαράκι χάνει τον προσανατολισμό του. «Και όταν σε πετυχαίνουν Κώστα, τα πράγματα δεν θα πάνε καλά δε θα πάνε καλά Κώστα». «Γιατί εμένα που με βλέπεις Κώστα, όλα αυτά τα άντεξα. Όλες τις μαχαιριές. Την γυναίκα να φεύγει. Τα παιδιά να σου γυρίζουν την πλάτη. Τα αφεντικά να σου λένε «πέρνα αύριο», τους λογαριασμούς να σου λένε «τα θέλουμε σήμερα», τις τράπεζες να σου τρώνε το σπίτι, τους τοκογλύφους να σε απειλούν οτι θα σου κόψουν τα δάκτυλα. Δεν ξέρω γιατί θα πρέπει να συνεχίσω να ζω, αλλά μάλλον αν αναπνέεις ακόμα, οφείλεις να βάζεις τα δυνατά σου και να συνεχίζεις» εκείνη την ώρα κόβει την παλάμη του και αφήνει το αίμα να κυλισει στον κουβά.

Εκεί το ψάρι σταματάει να κουνιέται για λίγο. Σα να παραδώθηκε στη μοίρα του που τόση ώρα αγωνιζόταν να γλιτώσει. Χάνει ύψος και πέφτει στον πυθμένα του κουβά. Ο υπέροχος άνθρωπος δακρύζει. «Κώστα ?», «Κώστα?, είσαι καλά?, απάντησέ μου Κώστα». Ο Κώστας μόλις αρχίζει να ξανασαλεύει. Παίρνει τον κουβά και ξαναπηγαίνει στη θάλασσα. Τον πιάνει στα χέρια του και ο Κώστας ξανατινάζεται, ταλαιπωρημένος από τις μαχαιριές. «Κώστα, τα κατάφερες.. τώρα είσαι ελεύθερος. Δεν ξέρω αν τα σημάδια σου θα σε αφήσουν ήσυχο να περάσει ο χρόνος, αν έγινες δυνατότερος, αν έμαθες οτι ο κόσμος εκεί έξω είναι κακός, σημασία έχει οτι τα κατάφερες και αναπνέεις.. Γειά σου τώρα». Το ψαράκι με το πιο γρήγορο σάλτο που μάλλον έχει κάνει στη ζωή του βουτάει στη θάλλασα και χάνεται για πάντα. Ο τύπος κοιτάζει να χαράζει και χάνεται στον ψυχρό πρωινιάτικο ήλιο κατά μήκος της παραλίας. Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου