Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

ο λίγος


Ο Μ. Ήταν ερωτευμένος με το Μαράκι. Γνωρίζονταν για 1,5 χρόνο. Τα φτιάξαν πριν 3 μήνες. Το Μαράκι ήταν 18 χρονών η πιο όμορφη κοπέλα της πόλης. Ο Μ. 29 χρονών, σχεδόν παρθένος. Το Μαράκι θαμπώθηκε για έναν περίεργο λόγο με τα χρόνια του και τα γούστα του. Ακούγαν την ίδια μουσική, αγαπούσαν και οι 2 τις κουλτουριάρικες ταινίες. Το Μαράκι ήθελε να λέει πως είναι κουλτουριάρα, δεν καταλάβαινε τίποτα, αλλά κάπως έτσι όλοι ξεκινάμε στα 18 μας. Νόμιζε οτι ο Μ. Τα ήξερε όλα αυτά και τον εμπιστευόταν. Ο Μ. Περνούσε την προηγούμενη χρονιά, από το σχολείο της. Τα χέρια τους διαπερνούσαν τα κάγκελα της πόρτας και αγγίζονταν. Ο Μ, σαν κλασσικός μαλάκας που ήταν έχασε όλο του τον χρόνο φανταζόμενος οτι είναι μαζί ξαπλωμένοι ανάσκελα σ’ένα κρεβάτι και κρατιούνται χέρι χέρι. Είναι καλοκαίρι, αυτή φοράει ένα κοντό φουστανάκι, αυτός την φιλάει στο στόμα. Οι μέρες περνούν και δεν πηγαίνει να την βρει. Μια μέρα το σκάει αυτή από το σχολείο να τον βρει στη δουλειά του. Δίνουν ραντεβού. Ο μαλάκας ο Μ είναι εκείνη τη μέρα πηγμένος στην δουλειά ή τουλάχιστον έτσι νομίζει. Και την στήνει. Το Μαράκι μάταια περιμένει στο κρύο. Κατεβάζει το κεφαλάκι της, βγάζει ένα δάκρυ και γυρνάει στο σπίτι της να δει τηλεόραση. Ο Μ. Χάρις στην τεχνολογία της κινητής τηλεφωνίας της στέλνει μήνυμα. Αυτή δεν του απαντάει. Επιμένει. Ζητά μια δεύτερη ευκαιρία. Το Μαράκι του την δίνει. Στο ραντεβού εμφανίζεται και αυτός, γραβατομένος, φοράει τα καλά του με το λιγοστό μαλλί του να το χει κάνει κότσο. Στο πρώτο ραντεβού δεν του κάθεται, αλλά και ο άλλος δεν προσπάθησε ούτε μια φορά να της βάλει χέρι. Στο δεύτερο ραντεβού πάλι τα λένε σαν φίλοι. Στο τρίτο ραντεβού πηγαίνουν στο σινεμά. Ο Μ. Την κοιτάζει αλλά ακόμα δεν τολμάει να την ακουμπήσει. Μια μέρα οι γονείς του Μ. Αποφασίζουν να φύγουν σε εκδρομή για λίγες μέρες και ο Μ βρίσκει την ευκαιρία να την προσκαλέσει στο σπίτι του. Αυτή δέχεται. Αυτός μες στη χαρά του παίρνει το αμάξι να βρει το κοντινότερο ανοιχτό φαρμακείο να αγοράσει προφυλακτικά.

Πάνω στη βιασύνη του και τον μικροπανικό του δεν προσέχει την ώρα που ανοίγει την πόρτα. Και γκράαγκ γδέρνει το αμάξι ενός διερχόμενου νοματαίου που δεν είχε απολύτως κανένα μα κανένα ενδιαφέρον η ζωή του, που του ήρθε αυτή εδώ η ζημιά που του έκανε κάποιος άγνωστος στη ζωή του, σαν τον δημόσιο υπάλληλο των 500 ευρώ που έδωσε ραντεβού με την Αντζελίνα Τζολί για να ακούσει για τη συλλογή γραμματοσήμων που μαζεύει από τα 14 του. Ο τύπος μέσα σε 10 λεπτά φωνάζει την τροχαία, την αστυνομία, την ασφαλιστική, φωτογράφο, 3 αυτόπτες μάρτυρες, τον περιπτερά, τον παρολίγον φαρμακοποιό που θα αγόραζε ο Μ τα προφυλακτικά του και έναν ρώσσο που περνούσε τυχαία και ήθελε να αποδόσει δικαιοσύνη σε μια διένεξη που ο ένας έχει 100% δικιο και ο άλλος συμφωνεί και αποδέχεται τους όρους της επανόρθωσης, ενώ αρχίζει και του βγάζει του Μ κύρηγμα για το πως πρέπει όλοι μα όλοι να προσέχουμε όταν ανοίγουμε τις πόρτες και πως πρέπει πρώτα να ελέγχουμε από το μικρό μας παραθυράκι την κίνηση στους δρόμους και αν αυτή η χώρα είχε πιο προσεκτικούς ανθρώπους όλοι θα ζούσαμε σε ένα καλύτερο κόσμο, την ώρα που η διάγνωση της γρατσουνιάς είναι δύο επίπεδα μικρότερη ζημιά από το να σου χαράξει κανείς το αμάξι με κλειδί επίτηδες. Η κοπέλα όπως πάντα υπομονετική τον περίμενε, μιας που τον έμαθε καλά, 3 ώρες μετα το προκαθορισμένο ραντεβού. Και ναι, επιτέλους φιλίθηκαν.

Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που ο Μ ένιωσε τόσο σπουδαίος. Και μετά έβγαλε ένα ξεφύσημα ανακούφισης. Επιτέλους για πρώτη φορά στη ζωή του θα μπορούσε να κάνει όνειρα με μια κοπέλα στην αγκαλιά του.

Ήταν μια πολύ ωραία μέρα στο δισκάδικο αν εξαιρέσεις το γεγονός οτι δεν πάτησε ούτε ένας πελάτης. Το αυτοκόλλητο- έκκληση «η πειρατεία σκοτώνει τη μουσική» σκοτώνει την ώρα του επί ματαίω μιας που κανείς δεν νοιάζεται παρέα με τον ιδιοκτήτη του τον Μ. οποίος και αυτός με τη σειρά του κατεβάζει κάτι δισκάκια από ένα πειρατικό site για να τα κάνει δώρο στην αγαπημένη του. Μόνο αγάπη και μουσική μπορούσε να της προσφέρει. Και τίποτε άλλο. Δυστυχώς το μαγαζί, για να μπορέσει σε αυτήν την εποχή του downloading να συνεχίσει να επιβιώνει ή θα έπρεπε να κλείσει ή θα έπρεπε με ένα μπάτζετ αρχικής επένδυσης να μετατραπεί σε κάτι άλλο. Στο μυαλό του ήταν να μετατρέψει τον χώρο σε έναν χώρο συναυλιακό με μικρό μπαράκι που θα παιζε αυτός μουσική και οι φίλοι του θα μαζεύαν τους φίλους τους και οι προσκεκλημένες μπάντες την δικιά τους παρέα. Ήδη οι γονείς του, δεν είχαν και πήραν και άλλο δάνειο για να πληρωθούν τα τρέχοντα έξοδα του μήνα. Οι λογαριασμοί μαζί με τον ερχομό της κρίσης έρχονταν ο ένας μετά τον άλλον. Και όταν ανεβαίνει το υπόλοιπο του λογαριασμού κατεβαίνει και η συχνότητα στύσεων ακόμα και αν αυτή είναι η πιο όμορφη γυναίκα που σου άξιζε. Ασε που η εμπειρία του Μ με τις γυναίκες ήταν ανύπαρκτη. Η κοπέλα ζήτημα να ικανοποιήθηκε πραγματικά 2 φορές μέσα σ’ενα πεντάμηνο, αλλά ούτε αυτό την πολυένοιαζε μαζί και με όλες τις παραινέσεις των φιλενάδων της και της μάνας της να βρει κάποιον άλλον.

Η κατάσταση με τους λογαριασμούς άρχισε να τον πληγώνει ακόμα περισσότερο και να τον χώνει ακόμα πιο μέσα στον βούρκο. Το Μαράκι τεστάρει τις αντοχές της, αλλά για έναν περίεργο λόγο ακόμα βρίσκεται εκεί. Και ξαφνικά εμφανίζεται ένας ΑΝΤΡΑΣ. Αποφασιστικός, δυναμικός, σκληροτράχηλος, περπατημένος, καταφερτζής, γκομενιάρης, που πάντα έβρισκε τον τρόπο να τις στριμώξει και να τις χουφτώσει και να πάρει αυτό που θέλει. Και τα αετόπουλα αυτά, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες πάντα μυρίζονται ευκαιρίες. Ήθελε τον χώρο του Μ, για να τον μετατρέψει σε μπαράκι με μπαντούλες και να το προσθέσει στην αλυσίδα των μαγαζιών του που ήδη σκίζονταν στο τάληρο. Μπαίνοντας στο μαγαζί είδε και το αγγελούδι του Μ να κάθεται πίσω από το ταμείο. Αμέσως του γυάλισε. Και αμέσως του έπιασε κουβέντα. Η κοπέλα φαινόταν ανικανοποίητη από την πόρτα και αμέσως πήγε την κουβέντα εκεί. Με τον τρόπο του, κατάφερε και της απέσπασε οτι ο Μ δεν ήταν και πολύ έμπειρος στον έρωτα.

Όταν μπήκε ο Μ μέσα έκανε πως δεν έβλεπε οτι κάποιος προσπαθούσε να του φάει την γκόμενα. Ο ΑΝΤΡΑΣ του εξήγησε αμέσως τα σχέδια για επέκταση και οτι θα ήθελε να απαλλάξει τον Μ από το βάρος των χρεών και θα μπορούσε ακόμα και αυτός να αναλάβει τα χρεωστούμενα, ενώ θα εισπράτει κάθε μήνα το νοίκι και θα ακούει ήσυχος του δίσκους του από το ίντερνετ. Η συμφωνία για τον Μ φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστική αλλά και κάτι χτύπησε στο στομάχι του οτι το όραμά του θα πραγματοποιούνταν αλλά στα χέρια κάποιου άλλου. Υπήρχε και κάτι ακόμα στη συμφωνία για να κλείσει. «δώσε μου και το Μαράκι να του δείξω πως είναι να τις κάνει έρωτα ένας ΑΝΤΡΑΣ και εσύ να κάτσεις, άμα θέλεις φυσικά, δίπλα μας να βλέπεις να μαθαίνεις πως είναι και με τον καιρό θα σε κάνω και αρχιμπαρ μαν και ντιτζέι στον χώρο». Ο Μ. πήγε στο σπίτι του σκεφτικός. Για να φύγει από το βάρος των υποχρεώσεων έπρεπε να δώσει και τη γυναίκα που αγαπούσε. Υπήρχε και η θετική βέβαια πλευρά οτι θα έπαιρνε εμπειρία μα πάνω από όλα ασφάλεια. Με πόνο καρδιάς αλλά με πίστη οτι έκανε το σωστό για τον εαυτό του δέχτηκε. Το Μαράκι έβγαλε ένα δάκρυ και μετά τον χαστούκισε. Εκείνη την ώρα τον έβλεπε να εξαφανίζεται από την καρδιά της. Έτσι απλά. Και όταν εμφανίστηκε ο ΑΝΤΡΑΣ, με τη μια η καρδιά της ξανασκίρτισε και ακούμπησε το στήθος της στις επιβλητικές πλάτες του ΑΝΤΡΑ. Την άρπαξε από τον λαιμό και άρχισε να της δίνει γλωσσόφιλα. Την πήρε αγκαλιά και της έσκισε τα ρούχα και άρχισε να την παίρνει στο ταμείο, μπροστά στα μάτια του πρώην της. Σε κάποια φάση ο ΑΝΤΡΑΣ κοίταξε υποτιμιτικά τον λιγο, και μετά πιάνει το μαράκι της πιπλαει το αυτί και της λέει μέσα στον ιδρώτα του της αντρίλας του την ώρα που κατέβαζε το παντελόνι του και έβγαινε το θεόρατο πουλί του να το χώσει με όλη τη δύναμή του όλο μέσα της. «ΑΝΤΡΑΣ ΘΑ ΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΣΟΥ ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙΣ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΣΟΥ, ΕΛΑ ΤΩΡΑ ΝΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΓΥΝΑΙΚΑ». Ο ΑΝΤΡΑΣ έβγαλε το θεόρατο πουλί του και το έβαλε άγρια μέσα της καθώς έβγαλε μια κραυγή ανείπωτης ηδονής, μια αστραπή ευτυχίας μέσα στο στομάχι της, την ώρα που την έσκιζε σαν πόρνη με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Ο Λίγος δεν άντεξε και μέσα σε κραυγές ηδονής που δεν άντεχε να ακούει πήρε μια κυνηγετική καραμπίνα την έβαλε στο στόμα του και πυροβόλησε γεμίζοντας τον τοίχο με έναν πολτό από το φλώρικο μυαλό του, να μάθουν αυτοί που τον πείραξαν. Τίποτε ιδιαίτερο που δεν μπορούσε ένα συνεργείο καθαρισμού να πλύνει για να γίνει ο νέος συναυλιακός χώρος καθαρός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου