Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

ρισπέκτ στην Τίνκερμπελ


Ήταν ένας τύπος που ζούσε σε μια πάνφτωχη οικογένεια με όλα τα κλισέ. Αλκοολικός πατέρας, μαλάκας μεγάλος αδερφός, αδύναμη μάνα αλλά με ένα χάρισμα που ταυτόχρονα ήταν και μεγάλη κατάρα είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Η γειτονιά του γεμάτη τα χειρότερα κατακάθια της κοινωνίας.Το παιδί μεγαλώνοντας δεν είχε παιχνίδια. Μόνο τα φαντάζονταν. Στην τηλεόραση είδε την πιο όμορφη παρουσιάστρια που είχε δει ποτέ στη ζωή του. Εκείνη τη μέρα αποφάσισε να γίνει σπουδαίος για να την ξελογιάσει και να την κατακτήσει. Ο πατέρας γυρνούσε μεθυσμένος τον πετύχαινε ξύπνιο μπροστά στην τηλεόραση και τον έσπαγε στο ξύλο. Μετά έβγαζε το ζωνάρι του και του έσχιζε το δέρμα. Ο μικρός σφάδαζε από τους πόνους. Μελανιασμένος και σχεδόν λιπόθυμος άρχισε να βλέπει οράματα. Έβλεπε την παρουσιάστρια με τα φτεράκια και την χρυσόσκονη, σαν την Τίνκερμπελ να εμφανίζεται στα μαυρισμένα του χεράκια και να του λέει «μην ανησυχείς, μια μέρα θα τους νικήσεις όλους, είσαι ο καλύτερος άνθρωπος στον κόσμο» ο μικρός χαμογέλασε.
Τα χρόνια περνούσαν και ο πατέρας πέθανε, από κίρρωση, ενώ πριν πεθάνει κατάφερε να του αφήσει ουκ ολίγες ουλές στην πλατούλα του μικρού που έγινε έφηβος. Το λιγοστό φαί της μαμάς το έτρωγε όλο ο μεγάλος αδερφός. «όλο εσύ τρως το φαι» του έλεγε «ναι ρε, έχεις πρόβλημα» και το πιάνει ο μεγάλος από τον λαιμό τον πετάει κάτω. Τον αρχίζει στις κλωτσιές τον μικρό. Τον είχε σαπίσει. Το πρόσωπό του μελανιασμένο και το ματάκι του μαυρισμένο έβλεπε πάλι την Παρουσιάστρια με την μορφή της Τίνκερμπελ να του λέει «μην ανησυχείς, είσαι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου, μια μέρα θα τους νικήσεις όλους».
Η ζωή στο γκέτο με τα κατακάθια δεν σου αφήνει πολλές επιλογές. Η μια είναι να διαβάσεις σκληρά για να βγείς από αυτό να πας στο πανεπιστήμιο. Η άλλη είναι να πουλάς ναρκωτικά. Προσπάθησε στο σχολείο να γίνει καλός μαθητής, αλλά τα υπόλοιπα παιδάκια πήγαιναν φροντιστήριο και μάθαιναν περισσότερα. Αυτός ακόμα προσπαθούσε να ξεχρεώσει το χρέος που τους άφησε ο μπαμπάς και κουβαλουσε κασόνια. Στο σχολείο δεν τον παίζαν. Έβλεπε την όμορφη της τάξης με τον μαλάκα της τάξης να φεύγει αγκαλιά. Μια μέρα σ’ένα διάλειμμα ήρθε κοντά της. Τα μάτια της τον κοιτούσαν γλυκά. Τις επόμενες μέρες του έδωσε ένα φιλί στο σώμα.
Σε αυτή τη ζωή 2 τινά μπορούν να συμβαίνουν. Είτε να είμαστε απλά άτυχοι είτε να υπάρχουν περισσότεροι ρουφιάνοι από όσο νομίζαμε. Φυσικά και ένας καλοθελητής πήγε και έδωσε την κοπέλα και τον ήρωά μας στον μαλάκα. Τον επισκεύτηκαν σ’ ένα διάλειμμα και του όρμηξαν. Τα σούτια του σπάσανε 2 δόντια. Από το στόμα του έβγαζε αίμα. Μετά, ο μαλάκας πήρε ένα σανίδι και το έσπασε όλο στην πλάτη του. Μετά τον πιάσανε οι καλοθελητές από τους ώμους για να το βαρέσει στο πρόσωπο. Λίγο αργότερα νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο. Στα ματωμένα του χέρια εμφανιζόταν η παρουσιάστρια «δεν πειράζει που μ κεράτωσες, όντως ήταν πανέμορφη, μην ανησυχείς, θα γίνεις ο καλύτερος άνθρωπος στον κόσμο και θα τους δείξεις αυτούς τι θα πάθουν μια μέρα». Λίγο πριν λιποθυμήσει έβγαλε ένα χαμόγελο.
Πήγε και έδωσε πανελλήνιες. Τα πλούσια παιδάκια με τους καλύτερους καθηγητές στα φροντιστήρια πάλι τον κέρδισαν και αυτός δεν πέρασε πουθενά. Δεν ήταν αρκετά καλός για να τους νικήσει. Το καλοκαίρι συνέχισε να κουβαλά κασόνια. Κουβαλούσε 300 κασόνια την ημέρα. Ένα κασόνι του έπεσε κατά λάθος. Το αφεντικό του τον απέλυσε χωρίς προειδοποίηση ή έστω μια δεύτερη ευκαιρία. Ένας ανιψιός του αφεντικού, πιο τεμπέλης πήρε τη θέση του κουβαλώντας 100 κασόνια την ημέρα. Η Τίνκερμπελ πάλι του χτυπούσε το γλυκό της κουδουνάκι να μην το βάλει κάτω και να συνεχίζει να αγαπά την παρουσιάστρια.
Και έτσι αποφάσισε να γίνει βαποράκι για τον Γεωργιανό μαφιόζο της γειτονιάς του. Έβλεπε τον άχρηστο να είναι υπασπιστής του και ενώ τον παρακαλούσε να πάρει το πόστο του για να ανεβάσει την διανομή στην περιοχή του μιας που είχε καλύτερο σχέδιο παροχής ναρκωτικών στην πόλη. Τον υπασπιστή του δεν του άρεσε αυτό και μαντέψτε τι.. τον έδωσε στους μπάτσους μια μέρα πριν πάει να μιλήσει στον βαρώνο-Γεωργιανό για το σχέδιό του. Οι μπάτσοι στην ανάκριση με τα γκλομπς τον κάναν βασανιστήρια για να δώσει τον Γεωργιανό αλλά αυτός δεν μίλησε. Έφαγε μια 5 ετία, χωρίς δικηγόρο χωρίς τίποτα. Εκεί πήγε να πουλήσει και κάτι ψιλά από κάτι τελειωμένα πρεζόνια που είχε άκρες αλλά τον πήραν χαμπάρι οι ανταγωνιστές του οι γύφτοι και τον γάμησαν. Κυριολεκτικά. Τον πήραν όλοι μαζί. Αφού τον έδειραν και του σπάσαν τα πόδια. Από τον κόλο του έβγαινε αίμα μαζί με σπέρμα. Με παραμορφωμένο πρόσωπο έβλεπε την τίνγκερμπελ να του λέει οτι μια μέρα θα τα καταφέρει. Η εικόνα άρχισε να θολώνει.
Αφού χαροπάλαιψε τελικά ανάρρωσε από το νοσοκομείο, επέστρεψε στη φυλακή, έμεινε ήσυχος και μια μέρα αφέθηκε ελεύθερος. Ξανάπιασε δουλειά για τον Γεωργιανό. Αποφάσισε να μην ξανακούσει την Τίνκερμπελ. Η Τίνκερμπελ του έγνεφε αλλά αυτός δεν την άκουγε. Κουράστηκε να την ακούει. Ας γίνει ένας υπαλληλάκος, ένα βαποράκι, ένας τελευταίος τροχός της αμάξης στην τελική. Τόσο ξύλο είναι θαύμα που έζησε. Ένα βράδυ γυρνώντας από την διανομή είδε στη γέφυρα της λίμνης τον υπασπιστή που τον πρόδωσε χτυπημένο, μαχαιρωμένο από κάτι Ρώσους αντιπάλους, να παρακαλάει να τον πάει γρήγορα στο νοσοκομείο. Τον πιάνει, τον σηκώνει. Ο υπασπιστής του λέει «ευχαριστώ, είσαι ο καλύτερος άνθρωπος». Εκείνη την στιγμή τον ρίχνει ένα μπουνίδι. Τον αρπάζει με τα 2 του χέρια και τον πετάει στη λίμνη. Την μεθεπόμενη μέρα το κύμα ξέβρασε ένα πτώμα που δεν θα λείψει σε κανέναν. Ο Γεωργιανός του έδωσε την ευκαιρία να γίνει αυτός υπασπιστής. Σε λίγο καιρό διευθέτησε τις διαφορές με τους Ρώσους και αύξησε και λίγο την παραγωγή και διανομή ηρωίνης. Ο κόσμος με τα κατακάθια άρχισε να τον σέβεται και λεφτά να τρέχουν από τα παντελόνια του. Η Τίνκερμπελ φτερούγιζε χαρούμενη στον ώμο του. Της έδωσε ένα χάδι. «εγώ σου λεγα οτι θα τα καταφέρναμε» «ναι το ξέρω» της είπε. Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο, μια μέρα, λόγω δουλειάς (παροχής ναρκωτικών σε σελέμπριτις) άρχισε να κάνει και παραγοντιλίκια με παραγωγές για την τιβί. Τα κορτσούδια στήνονταν στην ουρά μέχρι να του πάρουν την μεγάλη του τσουτσούνα και να την βάλουν με ευχαρίστιση στο στόμα τους, ονειρευόμενες οτι θα γίνουν αυτές η γυναίκα του και να τις δώσει πόστο στην μεγαλειώδη του υπερπαραγωγή. Μέχρι και η παρουσιάστρια πέρασε και κάθισε μαζί του για να παρακαλέσει για παρουσίαση. Έβλεπε τα χοντρά της μπούτια, τα πεσμένα της βυζιά και το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο. Σκέφτηκε ότι τώρα θα μπορούσε να την πηδήξει, να της βγάλει τα μάτια και μετά να φύγει έτσι για το γούστο. Δεν ήθελε να τελειώσει όμως έτσι αυτή η ιστορία αγάπης. Η τιγκερμπελ δεν θα του το συγχωρούσε ποτέ εξάλλου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου