Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Οι ευχές που πριν γίνουν πραγματικότητα ανατινάζονται τις κρύες νύχτες του χειμώνα (προσοχή, περιλαμβάνει σκηνές σεξ)



Το κοσμικό πάρτυ άρχισε να τελειώνει. Ο Παύλος κατούρησε στην τουαλέτα και μετά έφτιαχνε τις τιράντες του. Ο κολλητός του είχε λιποθυμίσει στο μπαρ μιας που υπερέβαλε εαυτόν στα τζάμπα ποτά ως περήφανο μέλος της εθνικής Ελλάδος μπέκρας που ήταν. Ο Παύλος μαζί με τον κομμάτια βρωμούσαν από χιλιόμετρα οτι ήταν τζαμπατζίδες που κάποιος γνωστός τους το σφύριξε οτι παίζουν τζάμπα ποτά και ο ίδιος τους έβαλε μέσα στα μουλωχτά.
Η διοργανώτρια του πάρτυ είχε βάλει καψώνι την υπεύθυνη να τους χαιρετήσει όλους τους επίσημους πριν φύγουν. Την κοιτούσε όλο το βράδι. Μια από τις φίλες της του την έπεσε αλλά αυτός αρνήθηκε ευγενικά, γιατί είχε βάλει τον πύχη ψηλότερα. Η υπεύθυνη, βέβαια είχε 1 γκόμενο στο σπίτι της να την περιμένει, 2 να προθερμαίνονται, 3 στον πάγκο και 10 να την κολάνε κάθε φορά που έβγαινε διότι ήταν σούπερ κλασσάτη κουκλάρα και το πόσοι άνδρες θέλουν να είναι μαζί της ανέβαζε και την αντικειμενική της αξία, όπως επίσης οτι δεν καθόταν σε κανέναν από όλους που περιμέναν στη σειρά, ανέβαζε την ηθική της αξία και την έκαναν ακόμα πιο απρόσιτη. Ρεμάλια σαν τον Παύλο δεν είχαν μαθηματικά καμία ελπίδα ούτε να τους κοιτάξει. Από που τα ξερε όλα αυτά; Μα από το γεγονός οτι ήταν ένας από αυτούς που προσπάθησαν και πέσαν ηρωϊκά στο παρελθόν μαζί με δεκάδες άλλους. Αυτή η πόλη ήταν υπερβολικά μικρή για κάποιον που ξεκινάει την κοινωνική του ζωή από τα 15 του και βλέπει τα ίδια πρόσωπα, στα ίδια μέρη, τις ίδιες παρέες και όλοι μαζί να μεγαλώνουν, να παχαίνουν, να γκριζαίνουν. Επίσης, τελειώσαν και οι εποχές που νόμιζε οτι όποια τον κοιτούσε τον θέλει και για γάμο, όπως του συνέβει μια φορά με την εν λόγω κοπέλα, και την επόμενη στιγμή ήρθε εκείνος ο κακός ο άντρας της να την πάρει, που περνάνε μια 10ετία μαζί από τη μία, και το βλέμμα της σταμάτησε από την άλλη, στα μάτια του Παύλου για 2 δευτερόλεπτα και μετά τρομάξαν και οι 2 και κοίταξαν αλλού.
Κιόμως αυτήν τη φορά, η κοπέλα ήταν ιδιαίτερα φιλική μαζί του και άρχισε να του μιλάει στο μπαρ όταν τελείωσε από το πόστο της. Πήγε να της πάρει ένα τζάμπα ποτό. Αυτή το ήπιε. Του έλεγε για το πόσο δύσκολη είναι η δουλειά της και πόσο λίγο χρόνο έχει στη ζωή της. Μια οποιαδήποτε γκόμενα, θα κατάφερνε να του έφερνε την απόλυτη υπνιλία με τα κλισέ της και την βαρετή της ζωή και θα λιποθιμούσε στο μπαρ. Σε αυτήν όμως τα μάτια του και τα αυτιά του ήταν σαν σκύλου που φερμάρει την λεία του πριν ορμήξει. Σε κάποια φάση η προσοχή του επιβραβεύθηκε, όταν είχε σκεφθεί τις προάλλες ένα αστείο και ταίριαζε με τα λόγια της βαρετής της ζωής και το πέταξε και αυτή λύθηκε στα γέλια. Μετά τα δάχτυλά του ακούμπησαν λίγο το χέρι της και σήκωσαν λίγο τις τρίχες του καρπού της. Αυτό ήταν. Το πουλί του από κάτω έκανε πάρτυ. Σε κάποια στιγμή η αφεντικίνα της της ζήτησε να έρθει και αυτή έτρεξε αμέσως, σχεδόν αμήχανα. Ο Παύλος προσπαθούσε να βρει τρόπο να σηκωθεί από το σκαμπό, χωρίς να γίνει διακριτό το «σκουπόξυλο» που υπήρχε στο παντελόνι του και το άλλαζε μεριές μέχρι να το βολέψει να έρθει προς τα πάνω και να κάτσει στον αφαλό του κάτω από το κουμπωμένο του πουκάμισο, καταριώντας την τύχη του που φόρεσε τιράντες αντί για ζώνη, γιατί η ζώνη θα το βαστούσε καλύτερα. Μετά κούμπωσε και το γαμάτο σακάκι του, που το δανείστηκε από τον αδερφό του χωρίς να το μάθει ποτέ, και περπατούσε αμέριμνος, Κύριος, δολοπλοκόντας στο νού του την επόμενή του κίνηση για το πως θα βάλει το «σκουπόξυλό» του στην λεκάνη της.
Γυρίζει αυτή στο μέρος του, αφού έκανε 2 βόλτες ακόμα και μίλησε με κάποιες άλλες για να μην καρφωθεί και ξαναμίλησαν. Ο Παύλος άναψε τσιγάρο λίγο πριν κάνει την κίνηση. « Αν δεν έχεις αμάξι θες να σε γυρίσω σπίτι σου με το δικό μου?» κάθεται 2 δευτερόλεπτα και το σκέφτεται, «πάμε» λέει και πάει να πάρει το παλτό της καθώς μείνανε οι τελευταίοι στο κυριλέ κλαμπ. Μπαίνει στο αμάξι του φροντίζοντας να μην την δεί κανένας. Ξαφνικά τρομάζει. Ένα πτώμα στο πίσω μέρος. Όχι τελικά, δεν ήταν ένα πτώμα, την διαβεβαίωσε ο Παύλος ήταν ο κολλητός του που έσπασε το ρεκόρ του τζάμπα ποτού και βρισκόταν σε κώμα. Ξεκινώντας από το μαγαζί που βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της πολής, πήγαν πιο ανατολικά, από έναν άλλο δρόμο πιο μεγάλο για να μην τους συλλάβουν στο αλκοτέστ. Στον δρόμο, αυτός της ακουμπούσε το κρύο της χέρι για να την διαβαιβεώσει να μην φοβάται και οτι έχει συνηθίσει να οδηγεί έχοντας πιει λίγο, και αυτή ανταποκρινόταν στο πίασιμο του χεριού του αλλά δεν του το έσφιγγε. Στον δρόμο όμως η κουβέντα πήγε στο κύρηγμα από πλευράς της οτι δεν πρέπει να πίνει τόσο πολύ. Όταν οι γυναίκες το παίζουν «μανούλες» ψήνονται. Ώρα για το επόμενο στάδιο. Το φιλί.
Αφού έσυραν τον «νεκρό» φίλο του μέχρι την εξώπορτα της πολυκατοικίας του, και οι 2 είχαν μια αίσθηση της παράνομης περιπέτειας. Τον άφησαν και έφυγαν με το βλέμμα των συνενόχων στην καταδίωξη. Φτάσαν στο κέντρο όπου τα λαμπερά κιτς φώτα της πόλης που θύμιζαν τον ερχομό των Χριστουγέννων, άρχισαν σιγά σιγά να χαμηλώνουν γιατί η πόλη άδειαζε. Ο Παύλος την ρώτησε αν νυστάζει και αυτή είπε φυσικά όχι. Πήγαν σε ένα απομακρυσμένο μπαρ που πήγαινε μικρός και ήταν για ψιλολέσια. Στο μπαρ είχε 3 παρέες. Αυτοί καθίσαν πίσω και πήραν ένα ποτό. Ήταν αποφασισμένος. Την πήρε στην αγκαλιά του. Την κοίταξε στα μάτια και της έπιασε το κεφάλι. Πήγε να την φιλίσει, αυτή γύρισε από την άλλη «έχω άντρα, ξέρεις» «εντάξει, έλα όμως τώρα» αυτή έγειρε στην αγκαλιά του και την άφησε να την κρατήσει αγκαλιά. Μετά του χάϊδεψε το μαλί. Μετά το ξανασκέφτηκε και κατάλαβε οτι δεν είχαν νόημα πια οι άμυνές της. φιλίθηκαν κανονικά. Αυτή έριχνε και κανα δυό κλεφτές ματιές μπας και περάσει κανένας γνωστός και γίνει ρόμπα.
Για πρώτη φορά στα χρονικά αυτής της μικρης επαρχιακής πόλης δυο σώματα ήρθαν το ένα κοντά στο άλλο και κάναν έρωτα, γιατί το ένα κορμί εκτιμούσε το άλλο, και όταν 2 σώματα έλκονται, συμβαίνει έρωτας. Στην επαρχιακή αυτή κολοπόλη συνήθως το ένα κορμί ζητά από το άλλο εκκαθαριστικό εφορίας και όρκους αιώνιας πίστης να φορτωθεί το ένα κορμί το άλλο μέχρι να γεράσουν και να πηγαίνουν ταξίδια. Αλλά όχι, καμιά φορά, ο έρωτας συμβαίνει και για την χαρά του να κάνεις έρωτα χωρίς δεσμεύσεις. Αποφάσισαν οτι η αποστόλή τους πια είχε λήξει και στέφθηκε μάλιστα με επιτυχία και δεν είχε πια νόημα να παραμείνουν στο ίδιο μαγαζί . πληρώσαν τα ποτά και φύγαν σε μια μικρή απόσταση. Στο αμάξι μέσα στον πεζόδρομο της παραλίας ξαναενώθηκαν.
Στο αμάξι φιλιόταν για ώρα. Αυτός άρχισε να της τρίβει το στήθος. Αυτή του το έδειξε το και του χαμογέλασε πονηρά. Του λέει «δεν έχω ξαναπάει με άλλον εκτός από τον άντρα μου». Ο Παύλος την κοιτάζει έκπληκτος και χαμογελαστός και της απαντάει «δεν έχω ξαναπάει με γυναίκα που φαντασιώθηκα στο παρελθόν οτι πηγαίνω μαζί της» και πέφτει με τα μούτρα στο στήθος της άρχισε να το πιπιλάει πότε το ένα και πότε το άλλο. Αυτή έβγαλε ένα μικρό βογγητό. Της έβγαλε το πουκάμισο και κατέβασε ελαφρά τον στηθόδεσμο της να φανούν οι ρωγίτσες της. Τα τζάμια στο αμάξι μέσα στο κρύο του Νοεμβρίου άρχισαν να θολώνουν καθώς οι βαριές τους ανάσες άχνιζαν μέσα στο κρύο. Το χέρι του πέρασε με μαεστρία κάτω από τη φούστα της. Η κυλότα της έσταζε από τα υγρά που της προκάλεσε μετά από μια δεκαετία ένας άλλος άντρας από αυτόν που είχε. Το μεσαίο του δάχτυλο διαπέρασε απαλά τη σχισμή της. Οι τρίχες της σηκώθηκαν και αναστέναξε. Του έπιασε το υγρό του παντελόνι. Το πουλί του ήταν τόσο μυτερό που θα έσκιζε το ύφασμα. Το έβγαλε έξω και της πήρε το χεράκι να του το πιάσει. Πιάνοντάς το αυτή έχει τύψεις και καθώς το χαϊδεύει του λέει «αχ πρέπει να φύγω». Αυτός την φιλάει με πάθος. «και εμένα μου άρεσες τότε που κοιτιόμασταν» του λέει, με σβησμένη φωνή λιώνοντας στα φιλιά του. Και μετά ανταποδίδει καθώς ανοίγει το στόμα της πιο πεινασμένα ενώ τον μαλακίζει ταυτόχρονα. «πάμε σπίτι μου» της λέει καθώς αυτή ντύνεται γρήγορα.
Φτάσαν στο σπίτι του. Αγκαλιάστηκαν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Μέχρι να έρθει το ανσανσέρ, είχε το χέρι του κάτω από την φούστα της που έσταζε από αγάπη ενώ άρχισε ήδη να την ξεντύνει. Με τα χείλια τους να ρουφάει το ένα το άλλο, ξεντύθηκαν στα γρήγορα. Αυτή του έδειξε τα υπέροχα της βυζάκια. Είχε μείνει μόνο με την υγρή κυλότα. Αυτός βγάζοντας το πουκάμισό του, προέταξε τα στήθια του τα καλογυμνασμένα που ήταν σαν βράχια και οι κοιλιακοί του καλοσχηματισμένοι. Έχοντας βγάλει τα τακούνια της αυτός την περνούσε μισό και κάτι κεφάλι. Του φαινόταν τόσο μικροσκοπική, το αντικείμενο της φαντασίας του όλα αυτά τα χρόνια φαινόταν να χωράει στην παλάμη του. Την γύρισε απότομα να ακουμπήσει στον κρύο τοίχο και οι ρώγες της να σκληρύνουν ακόμα περισσότερο και άρχισε να της κατεβάζει την κυλότα κατεβαίνοντας και αυτός. Και έπειτα έχωσε το στόμα του ανάμεσα στα κολομέρια της σα να πέφτεις με τα μούτρα στην τούρτα με την σαντιγύ να την γλύψεις από πάνω μέχρι κάτω.μετά την πέταξε στο χαλί και της άνοιξε διάπλατα τις ποδάρες της. Την έγλυφε αργά και μεθοδικά ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι με ρομποτική ιεροτελεστία μέχρι να ακούσει τα αποτελέσμα τα των φωνών της. Δεν αναγνώριζε την φράση «τα σαγόνια μου πιάστηκαν» και συνέχιζε να πασπατεύει με την γλώσσα του την κλειτορίδα της. Το κολί της έδειχνε οτι στα 20 της αυτή ήταν απίστευτη γκόμενα. Τώρα είχε πλαδαρέψει λίγο αλλά και πάλι του φαινόταν οτι το όνειρο γινόταν πραγματικότητα. Όταν αυτή τελείωσε για την ώρα, σήκωσε κεφάλι του και κοιταχτήκαν στα μάτια. Το πρόσωπό της όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα γινόταν τόσο όμορφο σαν να το άγγιζε ένας άγγελος από τον ουρανό και να του βάζει φωτοστέφανο για να δεις τελικά την πιο όμορφη εικόνα που θα μείνει για πάντα στην καρδιά σου και θα την επιλέξεις σίγουρα για την τελευταία εικόνα πριν πεθάνεις άμα η ζωή σου έληγε την επόμενη μέρα. Εκείνη τη στιγμή της απόλυτης αγάπης πήρε το καυτό πουλί του και της το έτριβε στην σχισμή της που χλιμίντριζε παλλόμενο, χωρίς να της το βάζει όλο παρά μόνο το κεφαλάκι του. το έβαλε αργά και προσεκτικά έχοντάς την ξαπλωμένη ανάσκελα. Στην πρώτη εισχώρηση αναστενάξαν μαζί. Αυτή μαζεύτηκε και του ζήτησε να φορέσει προφυλακτικό. Αυτός της είπε « εσύ δεν έχεις ξαναπατήσει τον άντρα σου, εγώ έχω να κάνω σεξ πάνω από χρόνο, άρα δεν χρειάζεται, εμπιστεύσου με. Με εμπιστεύεσαι?» «ναι...άααααχ» την παίρνει στα χέρια του και την βάζει να τον κάτσει. Την ανεβοκατεβάζει πάνω του καθώς αυτή έχει κλειστά μάτια πεθαίνοντας από ηδονή. Τα σκυλάκια του διπλανού διαμερίσματος ξύπνησαν και άρχισαν να γαυγίζουν. Το πολύ γυμναστήριο που πήγαινε τον τελευταίο καιρό του έδινε την αίσθηση οτι δεν κουραζόταν καθόλου και την γαμούσε σαν ταύρος όταν την γύρισε στο πισωκολλητό. Όσο πιο δυνατά την έπαιρνε και μπαινόβγαινε τόσο πιο δυνατά η άλλη έλιωνε. Το σώμα της παραδώθηκε σε σπασμούς και ο έλεγχος χάθηκε από το σώμα της. Ο άλλος έβαζε τα δυνατά του να μην τελειώσει ποτέ και να παρατείνει την απόλυτη γκαύλα για κανένα μισάώρο ακόμα. Την ξάπλωσε στο κρεβάτι και της χάϊδευε τα μαλλάκια της. Μετά πήρε τον τραχύ πούτσο του και σαν πολιορκτητικός κριός που σπάει όλες τις αναστολές τον έχωσε όλον μέσα στο στόμα της με την μία μέχρι που πνίγηκε και έβηξε. Ο ιδρώτας είχε περιλούσει τους τεράστιους ώμους του και η κοπέλα γύρισε για να τον ξανακοιτάξει στα μάτια. Το πρόσωπό τους ενώθηκε και τα βλέμματά τους δεν ξεκόλλησαν το ένα από το άλλο καθώς παίρνονταν και φτάναν στην κορύφωση του πιο δυνατού οργασμού που είχαν νιώσει ποτέ 2 ανθρώπινα πλάσματα. Και επειδή τα σπάνια αστρονομικά φαινόμενα συμβαίνουν μια φορά τα δισεκατομύρια χρόνια, αλλό τόσο και διπλά σπάνια, οι φαντασιώσεις πραγματοποιούνται μια φορά όπως της θέλουμε.όσο πλησίαζε προς το τέλος άρχισε και αυτός να χάνει τον έλεγχο των χεριών του και άρχισε να τρέμει σα να βρίσκεται σε πάρκινσον. Στο στομάχι του υπήρχε μια απασφαλισμένη χειροβομβίδα ηδονής και η καρδιά του είχε ήδη σπάσει. Όσο ο οργασμός πλησίαζε άλλο τόσο δεν ήθελε να φύγει από μέσα της. «γάμα το. Χύσε μέσα της, έτσι κι αλλιώς αξίζουν στην χειρότερη περίπτωση ακόμα και 2 εγκυμοσύνες ανεπιθύμητες έπειτα από τέτοιον έρωτα», η κοπέλα του λέει «τέλειωσε μέσα μου» αγκωμαχώντας χωρίς να ακούγεται η φωνή της. Και τα 2 σώματα είχαν παραλύσει περιμένοντας την έκρηξη και μαζί της το τέλος του κόσμου όπως τον ήξεραν. Και μόλις ήρθε βγάλαν ταυτόχρονα τον πιο δυνατό αναστεναγμό και τα 2 σώματα ανατινάχτικαν και γίναν χαλκομανία στους τοίχους μέχρι που τα πνεύματά τους ή ότι είχε απομείνει από αυτά σε ένα χορό μυστηριακό ενώθηκαν και γίναν ένα αεράκι που βγήκε από το μπαλκόνι και φύσηξε διαπερνώντας τη θάλασσα του θερμαϊκού κόλπου και σηκώνοντας ένα κύμα που τάραξε τα ήρεμα πλοία που κοιμόταν όταν γλυκοχάραζε η επόμενη κρύα μέρα του Νοεμβρίου και χάθηκε στα βάθη των θαλλασών.
Ήθελαν και οι 2 να στοιχηματίσουν οτι αυτό θα κατέληγε ως μια χλιαρή ξενέρωτη εμπειρία για να το βγάλουν από τη λίστα του «αχ μακάρι να το έκανα» και να το στείλουν στη λίστα «το κάναμε, ε και?», για να φύγουν από την υποχρέωση που είχαν στο μυαλό τους δηλαδή, αλλά κανένας τους δεν θα περίμενε οτι θα ήταν τόσο έντονο. Ότι θα έπρεπε να αλλάξουν όλη τους τη ζωή, όλες τους τις συνήθειες, όλες τους τις υποχρεώσεις για να το ξαναζήσουν. Γιαυτό και εξαυλώθηκαν για να μην μπουν στον κόπο και γίνει η ιστορία μελό ή ακόμα χειρότερα σαπουνόπερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου