Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

γιατί κάνουμε πράγματα


Ένας τύπος μπαίνει στο καζίνο. Γιατί μπήκε στο καζίνο? Μα φυσικά για να γίνει πλουσιότερος. Πάει στη ρουλέτα. Ποντάρει τις μάρκες του στο 17 κόκκινο. Η μπίλια προσγειώνεται στο 17 κόκκινο. Τί νιώθει ο τύπος? Γκαύλα.
Ένα ζεστό Σάββατο απόγευμα του καλοκαιριού, ο Λευτέρης μόλις έχει δει το τρέιλερ ακόμα μιας βλαχο ίντυ ελληνικής ταινίας , που είχε «ωραίες εικόνες» σαν να τις έφτιαξε ένας γκευ με την ίδια λογική που πάει στην αγορά με τις φίλες του και ψωνίζουν ρούχα. «Εκείνο χρυσή μου που ταιριάζει με εκείνο το χρώμα». Και να «μυρίζει» από τον τρόπο του μοντάζ του τρέιλερ (δείχνουν τα «γαμάτα» τους πλάνα όχι την υπόθεση) οτι πρόκειται για ακόμα μια μπαλαφάρα που δεν λέει τίποτα για τη ζωή μου ή τις ζωές των άλλων παρά μόνο την απεγνωσμένη ανάγκη του ίντι μαλάκα να πει «αχ κοιτάξτε τι γαμάτοι είμαστε εμείς που είμαστε αυτοί που κάναμε αυτή την ταινία». Μέσα στην καλοκαιρινή του οργή, βγάζει στάτους « Ο κάθε κοινωνικός βλάχος μπορεί να το παίξει αβαντ γκαρντ και να βγάζει κουλ φωτογραφίες με ωραία αισθητική. είναι σα να χτυπάς ένα πολύχρωμο τατού-μανίκι στο χέρι όχι επειδή ήθελες να πεις κάτι αλλά για να κάνεις φίλους. για κάποιον fucking λόγο εμένα με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο αν χάραζες το όνομα μιας γκόμενας στο μπράτσο σου παρά το πολύ όμορφο τατού σου» βγάζοντάς το ήθελε να τα χώσει στους φελλούς και τις αδελφές που έχουν γεμίσει σαν ζόμπι τον τόπο και βολεύουν τα «ροζ Παιδιά τους» σε δουλειές με τους ίδιους ακριβώς αξιοκρατικούς μηχανισμούς που βόλευε και η ΝΔ τα «γαλάζια της παιδιά» .
Έπειτα από αυτό βγαίνει μια φωτογράφος, ελαφρώς ενοχλημένη από τον τρόπο που δημοσιεύτηκε το εν λόγο στάτους πιθανότατα φοβούμενη οτι την «φωτογράφιζε» και του απαντάει «μα και οι άλλοι για να κάνουν φίλους το κάνουν». Αρνούμενος ο Λευτέρης να το πιστέψει καθόταν και σκεφτόταν αρκετή ώρα μέχρι να της απαντήσει και μάλιστα βρήκε αρκετά κούλ επιχειρήματα όπως αυτο του «άμα θες να κάνεις φίλους πάνε σε ένα γυμναστήριο, κολυμβητήριο, κάνε πολλά add, ντύσου όμορφα και κάνε βόλτες στα μπαρ, άσε την τέχνη μακρυά από αυτά, να είναι ανεξάρτητη από αυτό που λέμε αποδοχή του κόσμου».
Λίγο αργότερα κατάλαβε οτι η «αποδοχή του κόσμου» είναι η αφετηρία και η κατάληξη όλων των πράξεων αυτοέκφρασης, οπότε έπρεπε να της δώσει δίκιο στο βαθμό οτι όλοι έχουμε ανάγκη τους ανθρώποι ακόμα και αυτοί που λένε οτι δεν τους έχουν ανάγκη, με την μόνη διαφορά οτι τα ταγάρια που «ψάχνουν για φίλους» χωρίς να μας πουνε και κάτι ενδιαφέρον πέρα από την πολυχρωμία τους είναι μαλάκες. Και έπειτα ήρθε εκείνη η αιώνια συζήτηση που είχε ανοίξει ο Λευτέρης με τον Στέλιο και τον Αχταρμά εκείνον που λέγεται Γούντι Άλλεν ο οποίος είχε πει την ιστορία εκείνου του ποιητή που είχε γράψει το ωραιότερο ποίημα στον κόσμο και μετά το έκαψε.
Και τώρα ξαναγυρνάμε πίσω στον τύπο του καζίνου που δεν συμμετέχει ακόμα σε αυτό το «εικονικό debate» του Λεφτ, του Στέλιου του Γούντι και της φωτογράφου, στο μυαλό του Λεφτ. Η ευφορία που νιώθει ο Λεφτ όταν γράφει μια πολύ ωραία ιστορία, ένας μουσικός που γράφει μια τραγουδάρα, ο οποιοσδήποτε που κάνει «τέχνη» τέλος πάντων, είναι ισοδύναμη με την ευφορία που βγαίνει το 17 κόκκινο και μαζεύει το ποτ. Το «τί θα κάνεις με το ποτ?» είναι ένα άλλο function. Το αν θα «χαλάσουμε τις μάρκες» και θα τις μετατρέψουμε σε χρήματα, γνωριμίες, φίλους, γκόμενες, ακόμα και να πετάξουμε τις μάρκες στον δρόμο όπως στο παράδειγμα του Γούντι, ακόμα και να μην τις χαλάσουμε και συνεχίζουμε να παίζουμε, δεν είναι ο κυριότερος λόγος που μπαίνουμε στο καζίνο για να παίξουμε, ειδικά εμείς οι «τζογαδόροι». Εξάλλου, όπως λέγαμε και προηγουμένως, «άμα θες φίλους πάνε γυμναστήριο». Οι τζογαδόροι παίζουν μεν για να γίνουν πλουσιότεροι αλλά έχουν καταντήσει να παίζουν από ένα σημείο για να «πάρουν τη δόση τους», παίζουν για τη χαρά του παιχνιδιού. Ετσι και οι καλλιτέχνες, «παίζουν» για πάρουν την χημική ευφορία οτι «έφεραν φωτογραφίες από τον πλανήτη τους σε high Def», οτι ήρθαν λίιγο πιο κοντά στο σύμπαν. Με άλλα λόγια, σαφέστατα ένα κομμάτι που γίναμε αυτό που γίναμε είναι για να μας χειροκροτούν οι άνθρωποι, αλλά το πλειοψηφικό πακέτο έγινε για να μας «χειροκροτούμε εμείς οι ίδιοι γιατί κάτι νομίζουμε οτι καταφέραμε». Και αυτό είναι κάτι που τα περισσότερα γκέι πρόβατα στοιβάζονται σαν τους συνταξιούχους τουρίστες στα φρουτάκια του Λας βέγκας και ψυχαναγκάζονται να παίξουν για να κάνουν φίλους για τον ίδιο λόγο που ψυχαναγκάζονται μουσικοί να γίνουν dj’s μπας και βγάλουν κανα φράγκο.
Με άλλα λόγια το «paradise casino μεταξύ εμού και εμού» είναι μεγαλύτερος παροχός χημικής ευφορίας από το να έρθει κάποιος και να σου πεί «φίλε γαμώ τις ταινίες έκανες πάρε μια γκόμενα, έλα να υπογράψεις»
οποιοδήποτε άλλο εκτός του να κάνεις έρωτα την ομορφότερη γκόμενα του κόσμου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου