Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

crisis CHAPTER #2: Τhe Greek Dream – η ευτυχία του να είσαι 5άρι (εκτός και αν γίνει καμιά χοντρή μαλακία)


Ιούνιος 1996 -Ο νεαρός Κ. Βρίσκει τραγικό θάνατο σ’ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η μάνα του ξεσπάει σε λυγμούς. Ακόμα και τώρα τον επισκέπτεται στο μνήμα *( Μνήμα * κανονικά επιτρέπεται ο τάφος του νεκρού στο κοιμητήριο της θες/νίκης να διαρκεί 5 χρόνια. Έπειτα από μέσον όμως, κατάφερε και τον κράτησε εσαεί. Ακόμα και στον τάφο, μέσον μπήκε δηλαδή.)

Δεκεμβριος 2008- αμετανόητος βλαξ μπάτσος σκοτώνει παιδί. Χιλιάδες άνθρωποι βγαίνουν στους δρόμους όχι για να κάνουν μια ειρηνική διαμαρτυρία αλλά για να τα σπάσουν.

Νοέμβριος 2009 – Η κυρία Τ μαζί με την κυρία Μ και τους άνδρες τους παραθέτουν παχυλό γεύμα σε ακριβό εστιατόριο που σερβίρει ακριβά θαλλασινά στον κύριο Γ που «βοήθησε» τον γιό της Τ να πάρει το πτυχίο του.

Η τύχη και στις 3 περιπτώσεις έπαιξε σπουδαίο αρνητικό ρόλο. Απλά, η ζωή έχει την τάση να ευνοεί το χειρότερο δυνατό σενάριο σε κάτι που πηγαίνει στραβά εξ αρχής. (1. Όχι τόσο με την έννοια της καρμικής τιμωρίας αλλά με την έννοια του «είμαι μαλάκας και προκαλώ την τύχη μου και 2. Ότι ο άνθρωπος έχει την φυσική τάση να φαντάζεται το βέλτιστο σενάριο για τον εαυτό του και να αφήνει έξω δεδομένα πραγματικότητας που αγνοεί επίτηδες ή αδυνατεί να σκεφτεί και θα παίξουν ρόλο στη συνέχεια.)


το “so called” πρόβλημα είναι αυτό που αναφέρεται στην ξένη επιστημονική βιβλιογραφία με τον politically correct όρο «ΧΩΡΕΣ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟΥ ΤΥΠΟΥ» (πώς λέμε τον αράπη στις ΗΠΑ, Αφρικαν Αμέρικαν? κάτι τέτοιο).Με απλά λόγια, όπου βλέπεις ΗΛΙΟ-ΘΑΛΛΑΣΑ-ΓΚΟΜΕΝΕΣ, υπάρχει κ το μοντέλο διαφθορά-βλαχομαγκιά (στη νοοτροπία). Όλα τα υπόλοιπα (κουλτούρα-λάιφ στάιλ- αυτοέκφραση- αγοραστικό κοινό) υπόκεινται στις προβλεπόμενες στατιστικές κατανομές που ισχύουν για τις Ντίσκο στην Τεχεράνη. Δλδ, όποια μαϊμού χορέψει καλύτερα την κασσέτα με τους Frankie goes to Hollywood (ή κάνει πίπες) έχει και μια θέση στον ήλιο.

Αυτό που επικρατούσε ως λογική από την δεκαετία του 60’ και μετά στη χώρα, μάλιστα σε μια πολύ φτωχή χώρα χωρίς ανάπτυξη και βιομηχανία ήταν να μετακομίσουν οι βλάχοι στην πόλη να «σπουδάσουνε και να βολέψουνε τα παιδιά». Που? Στο δημόσιο. Και αυτό ήταν το Greek dream. Το να μη πεινάσουμε. Η ευτυχία για αυτούς τους πεινασμένους ήταν τότε ένα ταψί αρνί στο φούρνο με ρύζι και μαρουλοσαλάτα. Οπότε σε μια χώρα χωρίς ανάπτυξη και με ψιλοδιευθαρμένους πολιτικούς το να «βολευτείς» στο δημόσιο από την δεκαετία του 70 και μετά και τη δεκαετία του 80 μέχρι που το γάμησε τη μάνα τελείως ο Αντρέας Παπανδρέου ήταν μια δουλειά εύκολη και για τους πολιτικούς το εισιτήριο να μπούνε στη βουλή. Όπως το American Dream στα 60’ς ήταν «ο μπαμπάς που δουλεύει στην αυτοκινητοβιομηχανία» έτσι και το Greek Dream στα 80’ς ήταν «ο μπαμπάς που δουλεύει στο δημόσιο». Και έτσι το κράτος σιγά σιγά έγινε μέχρι τα 00’ς «ο χοντρός δυσκίνητος ιπποπόταμος που έχει πιεί όλη τη λίμνη»
Αυτό είχε 2 επακόλουθα στην κοινωνία και τα ήθη της εποχής. 1. Αφού οι περισσότεροι μέτριοι «πιάναν το ταβάνι» της επιτυχίας και «τρούπωναν» στο δημόσιο για να βγάζουν λεφτά μέχρι να πεθάνουν και να μην κινδυνεύουν από απόλυση, δεν προσπαθούσαν περισσότερο οπότε χαμήλωναν τον πήχη των φιλοδοξιών τους, και ως γνωστόν τα «5άρια» που δεν ζουν μεγάλες συγκινήσεις μετατρέπουν σε σιγκίνηση τις υλικές απολαύσεις της ζωής (τσιμπούσια, ούζα, ηλιοθεραπίες) και 2. Τα ήθη της επόχής σε συνδιασμό με το «πιάσιμο του στόχου» από μικρή ηλικία τους έκανε να παντρεύονται και να κάνουν οικογένειες νωρίς. Οπότε όσα περισσότερα χρόνια ζείς μαζί τους, η μόνη πηγή ευτυχίας
( όπου ευτυχία = να ασκείς τον έλεγχο στο σύμπαν σου) που σου μένει μετά από χρόνια είναι να μεγαλώνεις (να ασκείς τον έλεγχο σ-)τα παιδιάαααα σουυυ.
Δε θα ξεχάσω την δεκαετία του 80, οι χασαποταβέρνες γεμάτες από κόσμο να περιμένει να φάει, οι γονείς μου να ψήνουν κρέατα και σκάγανε από το πολύ φαί κάθε Κυριακή πριν πάνε στο ματς με τις σόδες να ρεύονται, να κάνουν ουρά τα σφαγμένα ζώα για να ικανοποιήσουν την ευτυχία που έβρισκε η καινούργια μεσαία τάξη στο φαγητό. Νταξ, ο Μπουκόφκσι την έβρισκε με το πιοτό, άλλος με το αχαλίνωτο σεξ με την 1,5 μήνα καινούργια γκόμενα του, να γίνεται ένα με τον άλλον άνθρωπο καθώς λιποθιμάει και τρέμει από οργασμό, άλλοι με την κόκα, η μάνα μου με το παγωτό για χωνευτικό μετά τα κρέατα. Αυτό ξέρει για «ηρωϊνη» με αυτό περνάει καλά (πιθανότατα επειδή δεν ξέρει πόσο γλυκά είναι τα προηγούμενα αλλά τεσπα). Λες πχ, «ξεσκίστικα μ’ ένα ξανθό αγγελούδι και έπιασα στην κλίμακα της ευχυχίας ένα 8άρι». Η μάνα μου τί κάνει? Επειδή δεν έχει ανάλογες εμπειρίες, «μεταφέρει» στην κλίμακά το 8αρι που νιώθεις εσύ από το απόλυτο σεξ, στο παγωτό μπανάνα με καρύδι και μέλι. Άρα βάση αυτής της λογικής, τα «5άρια» δεν ζουν και πολλά, αλλά είναι πάντα ευτυχισμένα.
Οι μάνες μας, πιστές στο πατροπαράδοτο χριστιανοδεξιό μοντέλο και πολύ πετυχημένο μάλιστα, «όποιος μας πηδήξει πρώτες, τον κάνουμε άντρα μας και τον παντρευόμαστε», όχι σαν τώρα που η άλλη θα αλλάξει 5 γκόμενους θα φτάσει στην ηλικία των 35-36 , οι ωοθήκες της θ’ αρχίσουν να μαραίνονται, και πάλι θα λένε «κάτσε να το σκεφτώ», οι μάνες μας και οι μπαμπάδες μας που λέτε, παντρεύονταν σε μικρές ηλικίες. Στα 19, 20, 24. Οι μπαμπάδες μας, λόγω ψιλοφτώχιας, οι μπαμπάδες τους τους βάζαν να κουβαλάν κασόνια από τα 15. Με άλλα λόγια νόμιζαν πως έγιναν άντρες από μικρή ηλικία. Και έκαναν μάνες μας να νομίζουν οτι πήραν άντρες από τα 17 τους. Οπότε όταν γίνεσαι 22 και 23 χρονών γονιός, επι της ουσίας είσαι παιδί. Γιατί καλή φάση να βγάζεις χρήματα από τα 17, αλλά άμα δεν έχεις κάνει μια «διαδρομή» ωρίμανσης η οποία δεν έχει τόσο σχέση με τα λεφτά ωριμάζεις πολύ αργά..
Έπειτα, η μάνα μου, σαν πετυχημένη δημόσια υπάλληλος που ήτανε, δηλαδή καθηγήτρια σχολείου, η άλλη χαρά τη ζωής της ήτανε να πηγαίνει στη Χαλκιδική για κανα δίμηνο και να αράζει τον χοντρό της κόλο, με την αδερφούλα της, την άλλη χοντροκόλα. Σηκώνονταν το πρωί, βάζαν το ραδιώφονο να παίζει Μπίγαλη, Χαριτοδιπλωμένο, Πάριο κτλ, διαβάζαν κουτσομπολίστικα περιοδικά (το ΕΝΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ, Ταχυδρόμος, αργότερα ciao) τρώγαν σπόρια, μαγείρευαν, τρώγαν παγωτό και μετά «γκρρρρ γκρρ» κάνανε τα αποτριχωτικά ηλεκτρικά μηχανάκια καθώς απλώνανε τα μοσχαρίσια μπούτια τους ξαπλωμένες στο δωμάτιο που έβλεπε στην αυλή από τα μέσα ιουνίου μέχρι τα τέλη αυγούστου. Μόλις τελείωνε η ιεροτελεστία της αποτρίχωσης, σέρνανε τα βαριά τους τσόκαρα και φορούσαν τα μαγιό τους και τα παρεό (για να κρύβουν τις κυτταρίτιδες) για να πάνε στην παραλία.Ερχότανε και ο άλλος ο τσομπάνος τη νύχτα που κοιμόταν, όχι αυτός που βρίζετε στα αμάξια «ού τσομάνο, βλάχο, με στοπ πέρασες» , ο καθαρόαιμος, αυτός με τα πρόβατα, τις έκλεβε και τις κυλότες από το σκοινί που τις άφηναν να στεγνώσουν, τις έβαζε στη μύτη του, έπαιρνε βαθιες τζούρες από τις κυλότες της χοντροκόλας και την έπαίζε το βράδι, τα ψάχναν τα μαγιώ τους οι άλλες το επόμενο πρωί. Οι άντρες τους γυρνούσαν από την Πόλη τα Σάββατα και κοιμόμασταν 10 άτομα στο εξοχικό και τις Κυριακές ψήναμε όλοι μαζί ψάρια. Τον χειμώνα η μάνα, μαζεύονταν με τις άλλες χοντροκόλες τεμπέλες καθηγήτριες στους καφέδες και συζητούσαν για τις παραστάσεις του Τσιβιλίκα, τις συναυλίες του Νταλάρα, τις επιθεωρήσεις του Μουστάκα και τις σειρές του μέγκα. Όλοι, μανάδες μπαμπάδες, παπούδες,τσομπάνοι, χοντροκόλες και παιδιά ήμασταν ευτυχισμένοι. Το dolce vita του λουφαδόρου που δουλεύει 8 μήνες χωρίς φιλοδοξίες και δεν γουστάρει τη δουλειά του έγινε το πρότυπο που μας μεγάλωσε. Πετυχημένο για να βγάλεις παιδιά που θα λουφάρουνε και αυτά με τη σειρά τους σε μια δουλειά που και αυτά δε θα γουστάρουνε στο μέλλον.

Το δεύτερο σκέλος της μαλακίας τους (το πρώτο το αναλύσαμε – πως να είσαι ευτυχισμένο 5άρι) είναι ο ΈΛΕΓΧΟΣ που θέλει να ασκεί ο κάθε άνθρωπος στο σύμπαν του, δηλαδή να προσπαθεί να κάνει τα παιδιά του σαν τα μούτρα του. Από τη μία, μας τα έχει πει και ο ΚΥΝΟΔΟΝΤΑΣ, οι γονείς σου θα κάνουν τα πάντα για να σε κρατήσουν σπίτι μέχρι τα 40 σου (και μαζί τους, όλο το σύστημα εκπαίδευσης και παραπαιδείας που θα σε παραπληροφορεί) , γιατί όπως είπαμε έτσι τους έμαθαν και αυτό τους έμεινε για να είναι ευτυχισμένοι πέρα από τη μάσα, και από την άλλη θα επιδιώξουν να σε κάνουν και εσένα 5αρι. το μόνο πρόβλημα? Ότι αυτοί βολεύτικαν και από τα μέσα της δεκαετίας του 90 και μετά οι θέσεις του δημοσίου άρχισαν να λιγοστεύουν και οι βουλευτές να ζητάνε περισσότερα από μια ψήφο για «τους κάνουν την δουλειά». Έτσι έπρεπε όσοι ζούσαν από το δημόσιο να συνδικαλιστούν για να αποφέρουν παραπάνω από μια ψήφο στον εκάστοτε μαλάκα για να βολέψει τα παιδιά. Οι υπόλοιποι που δεν ζούσαν από το δημόσιο έπρεπε να είναι αρκετά πλουσιοι και να ασκούν επιρροή για να μπει το καμάρι τους όπου ήθελε. Έτσι ξεκίνησε ένας άδικος και άνισος αγώνας ενηλίκων «βολέματος δικών μας παιδιών», γαλάζιων vs πράσινων, και μετά γαλάζιων με καλύτερο βύσμα vs γαλάζιων με μικρότερο βύσμα, ο οποίος το μόνο που δεν είχε ήταν τρόποι συμπεριφοράς.
Οι γονείς μας μας μαθαίνανε το savoir vivre σαν να είμαστε μαιμουδάκια του τσίρκου που πιάνουμε το πιρούνι με το αριστερό και το μαχαίρι με το δεξί και τοποθετούμε την πετσέτα στα πόδια μας για να εντυπωσιάσουμε τις άλλες οικογένειες, αλλά δεν μας το μάθανε στην ουσία του. Η ουσία του είναι το «να μην τρως την θέση του άλλου στην ουρά», δηλαδή να μην τον γράφεις στα αρχίδια σου.
Το «γράφω στα αρχίδια μου τους άλλους» είναι η πηγή της αγένειας. Θέλω να δείξω οτι είμαι καλύτερος από άλλους στην δουλειά μου, θα πουλήσω βλαχομαγκιά. Τί κάνω? Γράφω στα αρχίδια μου τους άλλους χωρίς να με νοιάζει οτι ενοχλώ τους άλλους. Θέλω να γλιτώσω 10 μέτρα με το ποδήλατο για να φτάσω πιο γρήγορα και για να κόψω δρόμο οδηγάω στο πεζοδρόμιο. Τί κάνω? Γράφω στα αρχίδια μου τους πεζούς και τον νόμο που προφυλάσσει τον πεζό, ο οποίος νόμος φτιάχτηκε ακριβώς για να μην τον πατήσει τον πεζό κανας μαλάκας με ρόδες.
Η πρακτική «γράφω στα αρχίδια μου τους άλλους» λειτούργησε έως ένα σημείο ως μια καλή στρατηγική που στην επιτυχία της υοθετούνταν από όλους και περισσότερους και έκανε τη μισή ελλάδα «5άρια». Οι γονείς μας γαμήσαν ένα ολόκληρο ελληνικό κράτος γράφοντας όλους τους υπόλοιπους στα αρχίδια τους για να βολέψουν τα παιδιά τους και να τα ταίζουν μέχρι τα 40 τους (με ένα τεράστιο αντίτιμο να βγαίνουν στην φόρα τεράστιες μίζες από σκάνδαλα πολιτικών που εσύ τους ψήφιζες για να σου σβήσουν τις κλήσεις και να σου στείλουν τον γιό κάπου κοντά όταν θα είναι φαντάρος). Και τελικά οικοδομήθηκε ένα κράτος που έκανε τί? Που προσπαθούσε να βολέψει τα παιδιά τους. Και τίποτε άλλο. Και γι αυτό βρήκαν την ευκαιρία και μας πήδηξαν και τελικά τα παιδία πάλι δε βολεύτικαν, γίναν μαμόθρευτα «δεν τους λείπει τίποτα», όπως λένε και οι γονείς τους, και παίρνουν αντικαταθλιπτικά για αυτό μιας που έχουν εγκλωβιστεί στο σαπισμένο «ελληνικό όνειρο» που τους τάϊσαν.. Και το χειρότερο είναι οτι ζούμε την χούντα του να μην έχουμε επιλογές. Γιατί εμείς οι ίδιοι τις σκοτώσαμε.
και όταν οι ουρές να βολευτείς γίνονται τεράστιες ενώ βλέπεις την γαλάζια κυβέρνηση να βολεύει τα πιο «γαλάζια» ή «τα γαλάζια με τα περισσότερα φράγκα» παιδιά της ενώ εσύ δεν έχεις δουλειά, και αυτοί σου λένε «δε φταίω γω, οικονομική κρίση» την ώρα που βλέπεις στις τηλεοράσεις τις βίλλες τους και τα εκατομμύρια που φάγανε, μια μαλακία περιμένεις να γίνει για να βγεις στο δρόμο να τα σπάσεις. Όπως πχ, ένας μπάτσος που σκοτώνει ένα παιδί, ο οποίος μπάτσος «βολεύτικε» και αυτός με τη σειρά του at the right place at the right time για να προκαλέσει και αυτός με τη σειρά του το ζάρι με τα εκατομύρια ενδεχόμενα να του φέρει αυτό που θα του καταστρέψει τη ζωή του, τη ζωή ενός παιδιού και θα βάλει φωτιά στη χώρα του για 4 μερόνυχτα να γίνονται όλα στάχτη- διαμαρτυρία στο κράτος των «Βολεμένων» από αυτούς που δεν βολεύτηκαν.
Όταν η μάνα του Κ έκανε τα πάντα για βολέψει το παιδί της στο δημόσιο, θεμιτά και αθέμιτα και σίγουρα «έγραψε στ’αρχίδια της» τους υπόλοιπους, ικανότερους, από το παιδί της ουσιαστικά πηδούσε ουρές. Το «πηδάω ουρές» μεταδόθηκε και υοθετήθηκε σαν πετυχημένη στρατηγική life style και από το ίδιο το παιδί και έτσι, ένα καλοκαιρινό μεσημερί σε ένα τυπικό μποτιλιάρισμα ενός μονόδρομου της Χαλκιδικής, το παιδί έριξε το ζάρι και αντί να του τύχει κανα μπινελίκι από κάποιον ζοχαδιασμένο οδηγό «τον μαλάκα που μας τρώει την θέση μας στην ουρά», εισέπραξε τη νταλίκα που δεν πρόσεξε στην στροφή όσο προσπερνούσε την ουρά από το αντίθετο ρεύμα και όλα σταματήσαν να έχουν νόημα για κείνον πια και τους 3 φίλους του που πήρε στο χάρο εκείνη την αποφράδα μέρα. Φυσικά και δεν τους άξιζε ο θάνατος ως τιμωρία που πηδάν ουρές, αλλά και σε ποιόν αξίζει ο θάνατος στην τελική? Δεν είμαστε εμείς που θα το κρίνουμε το τι μας τυχαίνει.
Και τέλος, εκείνο το τραπέζι. Οι πιθανότητες και η μέση συμπεριφορά των 999 στα 1000 παιδιά που παίρνουν το πτυχίο τους είναι μετά οι γονείς τους να τους «βολεύουν» στην δουλειά που αυτά σπούδασαν έτσι ώστε να ολοκληρώσουν το έργο του ΕΛΕΓΧΟΥ που ασκούν στο σύμπαν τους, δηλαδή το παιδί τους (μιας που η δουλειά τους δεν τους ενδιαφέρει για να ασκήσουν εκεί τον έλεγχο οπότε τον τρώνε όλον τα παιδιά), να το κάνουν και αυτό ένα ακόμα 5άρι που θα διασκεδάζει τρώγοντας κρέατα και παγωτά τις κυριακές με την μέτρια 5άρι γυναίκα του συνεχίζοντας το «ελληνικό όνειρο». Και παίξαν σωστά. Αλλά, να σου πάλι αυτό το καταραμένο ζάρι που σου βγάζει το κακό σενάριο και τώρα είναι άνεργος. Γιατί πολύ απλά δεν τον ρώτησαν τί θέλει να γίνει. Γιατί τους έλεγε και αυτοί δεν τον άκουγαν. Σε αντίθεση με τα άλλα 2 παλλικάρια, αυτός πρόλαβε και μεγάλωσε και είδε τους δικούς του αυτές τις μέρες από 5αρια να γίνονται 4άρια και να σταματήσει να βασίζεται επάνω τους. Το πρώτο μωρουδίστικο βήμα για να ξεπεραστεί η κρίση.
Ας ελπίσουμε μόνο τα ζάρια να μην του φερθούν σκληρά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου