Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

A very short story


Ήταν 2 φιλαράκια στην Αιθιοπία με τις κοιλιές τούμπανο και πεινούσαν. Κάποτε, βρήκαν ένα καρβέλι ψωμί. Το πιο μαλακισμένο από τα 2 το φαγε μόνο του. Το άλλο πέθανε. Και το μαλακισμένο έμεινε μόνο. The End.

Νάσιοναλ τζεογκράφικ


O X είναι στο σπίτι του, έχει ανοίξει πάλι τα μπουκάλια τα κατεβάζει μονορούφι και αρχίζει να κλαίει σαν μωρό. Εκεί που η μέρα του σήμερα δεν έκρυβε συγκινήσεις, είχε πάρει και τα χαπάκια του, και προορίζονταν για μια ήρεμη νύχτα, μέχρι που άνοιξε τον υπολογιστή του. Έπρεπε να την είχε μπλοκάρει από τη μέρα που χώρισαν, αλλά ήθελε να φανεί δυνατός. Έχουν περάσει 3 χρόνια και ακόμα δε βρήκε τη δύναμη να την ξεχάσει. Ίσως μάλλον είχε να κάνει οτι τα κυβικά του ήταν πιο κάτω από αυτό το πανέμορφο πλάσμα που είχε την τιμή να τον ερωτευτεί για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Το πιο όμορφο πλάσμα εντωμεταξύ ωρίμασε, βρήκε έναν που ο μπαμπάς του είχε λεφτά και η θέση του σε αυτόν τον κόσμο ήταν πλεονεκτικότερη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να προσελκύει και πολλούς φίλους. Και να είναι το πιο αγαπητό παιδί στον υπάρχον κόσμο. Και στον υπάρχον κόσμο είναι γνωστό οτι οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Αν κοιμήθηκε η τύχη καμιά μέρα και τους έδωσε και αυτούς μια θεσπέσια γεύση ικανοποιησης και πληρότητας τους το πήρε πίσω 1000 φορές. Εξάλλου από όσο πιο ψηλά πετούσες, τόσα περισσότερα κόκκαλα θα σπάσεις όταν η βαρύτητα θα επαναφέρει την τάξη. Κάθε μήνα έκανε μαζί του και από ένα ταξίδι σε ένα εξωτικό μέρος. Ήταν μικρή και εντυπωσιαζόταν από αυτά. Φορούσε και τα ακριβά της ρουχάκια και έδειχνε θεά. Όλοι θέλαν και από ένα κομμάτι της, αλλά Ο ΑΛΛΟΣ το έτρωγε όλο. Ο Χ θυμήθηκε πως την κοιτούσε στα μάτια. Ο Χ δεν είχε ούτε φίλους ούτε προκοπή. Το μόνο που είχε ήταν αυτή. Και έβλεπε τις φωτογραφίες της από τα ταξίδια της στο ίντερνετ. Και μετά είδε την αναγγελία γάμου. Και είδε και τις χοντρές πεθερές. Και είδε και τους βλάχους να χορεύουν. Και είδε και το καινούργιο τους σπίτι μαζί με τις καριόλες φίλες της που την συμβούλευαν να παρατήσει τον Χ και να πάει με τον mr κλαίν. Και είδε και το γιότ όπου έκανε το μπανάκι της σε μια εξωτική παραλία στις μπαχάμες. Και μια μέρα την είδε και με την κοιλίτσα τούρλα στον 4ο μήνα. Αλλά εκεί που έσπασε ήταν εκεί που την είδε να την έχει στην αγκαλιά του με εκείνο το φόρεμα που φορούσε παλιά και ήταν και στα δικά του πόδια κάποτε. Και εκεί ήταν που βγήκε έξω στον δρόμο με τον σουγιά στην τσέπη.
Το παρείστικο μαγαζί με τους φλώρους όλους να είναι μαζεμένοι σε ένα τραπέζι είναι ψιλοάδιειο εκτός από αυτούς. Ο Χ το ξέρει καλά γιατί τους είχε πάρει από πίσω αρκετά βράδια που παρίστανε τον ντέντεκτιβ και για κακή τους τύχη τους βρίσκει εκεί. Αυτή εξακολουθεί να μην προσέχει και να έχει το χαμόγελο της ευτυχισμένης μανούλας. Αυτός περιμένει καρτερικά να τελειώσουν την έξοδο και να φύγουν προς το καινούργιο τους σπίτι. Κανένας ακόμα δεν πρόλαβε να δει κανέναν. Το ευτυχισμένο ζεύγος κατευθύνεται προς το πολυτελές αμάξι. Ο χ μπαίνει στο δικό του το φορν έσκορτ της δεακαετίας του 80΄ και τους παίρνει από πίσω. Με το που φτάνουν στο προάστιο των πλουσίων, σταματάει και το έσκορτ από πίσω. Τα χαιβάνια μπροστά δεν πήραν χαμπάρι οτι τους ακολουθούσε. Ποιός άλλωστε λογικός άνθρωπος να το πάρει χαμπάρι? Με το που μπαίνουν στο σπίτι ο χ ορμάει σαν σε έφοδο «ΓΑΜΗΜΕΝΕΕΕΕΕ» στον άλλον και τον ρίχνει κάτω. Τα δυο λιοντάρια είναι κάτω στο έδαφος και τώρα μιλάνε μόνο τα ζωώδη ένστικτα της επιβίωσης και της συνέχισης. Το έχον και το μη έχον. Το μη έχον θέλει να έχει. Δεν μπορεί να έχει. Δεν το άφησαν να έχει. Δεν είχε τις ευκαιρίες για να έχει. Οι ευκαιρίες που του έδωσαν ήταν στημένες. Όπως και ο άλλος δεν δοκιμάστικε ποτέ σε κάτι δύσκολο γιατί όλα του ήταν στρωμένα. Ο Χ να του ρίχνει μπουνιές ήταν η πιο δύσκολη δοκιμασία της ζωή του. Ο χ τον έχει ξαπλώσει κάτω «ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΓΑΜΗΘΗΤΕ ΕΣΕΙΣ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΛΟΠΑΡΕΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΛΟΤΑΞΙΔΙΑ ΣΑΣ». Η κοπέλα τρέμει και ουρλιάζει για βοήθεια. Ο χ του παίρνει το κεφάλι και το τρίβει στο πάτωμα. Τον πιάνει από τα μαλιά και με δύναμη τον χτυπάει στο έδαφος. Το κεφάλι του άλλου ανοίγει. Μια λιμνούλα αίματος αρχίζει και σχηματίζεται. Μετά παίρνει ένα βάζο. του κάνει θρύψαλλα τα δόντια. Μετά του λιώνει τη μύτη. Βγάζει τον σουγιά του και τον βάζει όλον στον βολβό του. Αυτός ουρλιάζει για τελευταία φορά καθώς πνίγεται στο αίμα του. Το μάτι βγήκε. Η έγκυος κοπέλα έντρομη έχει κλειδωθεί στο μπάνιο και προσπαθεί στον πανικό της να καλέσει την αστυνομία. Ο Χ έχει τόση αδρεναλίνη που σπάει την πόρτα. Η κοπέλα του λέει οτι θα του κάνει ότι ζητήσει αν της χαρίσει τη ζωή. Ο Χ τρέμει λίγο πλένει λίγο το πρόσωπό του γιατί είναι μες στο αίμα και την πιάνει από το χέρι και την πετάει έξω. Την πάει στην κουζίνα. Από εκεί βγάζει το μεγάλο μαχαίρι και της το μπήγει όλο μέσα στην κοιλιά της «να χαίρεσαι το μωρό σου». Τώρα ότι υπήρχε μέσα εκεί έχει σίγουρα πεθάνει. Το αίμα αρχίζει και πλημμυρίζει την κουζίνα. Ο Χ από την υπερένταση κάνει μια πρώτη σκέψη λογικής. Να φύγει από το μέρος. Αφήνει την κοπέλα κάτω να αιμορραγεί. Αλλά δεν θέλει να την δει να πεθαίνει. Φωνάζει ασθενοφόρο. Μετά εξαφανίζεται. Επι 3 μέρες τον ψάχνει όλη η πόλη, τα σκυλιά, κομμάντος. Τα κανάλια δείχνουν σε πρώτο πλάνο το αποτρόπαιο έγκλημα πάθους. Ο Χ αρχίζει και αναλογίζεται τώρα με πόσους τρόπους μπορεί να κάνει ένα reboot. Σκέφτεται να πάρει χάπια ή να βουτήξει με το αμάξι στη θάλλασσα. Τελικά την τελευταία στιγμή σκέφτεται να παραδωθεί. Οι γονείς του θύματος στα δικαστήρια τον περιμένουν με χλέπες και καδρόνια. Το δικαστήριο τον κρίνει ένοχο. Αυτός δεν αρνείται τίποτα, ίσα ίσα διευκολύνει τις αρχές όσο περισσότερο γίνεται. Το δικαστήριο με επιείκια του ρίχνει ισόβια δηλαδή κανα 20 χρονο και ένα τάλιρο για το μωρό που δεν γεννήθηκε. Με καλή διαγωγή σε καμιά 20 ετία.


Έναν χρόνο μετά τη φυλάκισή του είχε μόνο έναν τακτικο επισκέπτη. Την κοπέλα.

Σαβουάρ Βίβρ


Γενικότερα, κανένας δεν θα καταλάβει κανέναν. Τζάμπα οι γκόμενες που πηδιόμαστε, οι φίλοι που κάνουμε, τα αφεντικά που γλύφουμε, οι γνωστοί που χαιρετάμε στον δρόμο, οι γονείς μας που θέλουνε να τρώμε όλοι μαζί τις Κυριακές, τζάμπα οι ψυχολόγοι που πληρώνουμε για να τα χουμε καλά με τους απο πάνω, ο Χάους που ψαρώνουμε επειδή όλους πια τους «διαβάζει» και αυτός πια? Και ναι, είναι πυρηνική φυσική η κατανόηση του άλλου. Το σαβουάρ βίβρ, είναι ένα υπέροχο κοινωνικό εργαλείο , ένα κοινωνικό software που έχει ανακαλυφθεί για αυτόν τον λόγο. Βασίζεται στην αρχική υπόθεση οτι κανένας δεν θα καταλάβει κανέναν οπότε «μη σκοτίζεστε να σπάζετε τα κεφάλια σας για την περιέργεια του κάθε μαλάκα και το τι κουβαλά ο καθένας στο κεφάλι του». Για αυτό τον λόγο σου μαθαίνει κάποιες μανιέρες, κάποιους τυφλοσούρτηδες, έτσι ώστε να μην ενοχλείς τους άλλους και οι άλλοι να μην ενοχλούν εσένα. Οπότε κάθε φορά που 2 γκόμενες της υψηλής κοινωνίας σχολιάζουν για έναν κύριο «μα, πω πω τι καλοί τρόποι» εννοούνε «κοίτα τι καλή μαϊμού που δεν ενοχλεί κανέναν, φοβερή κοινωνική δεξιότητα, ας τον γαμήσουμε». Δηλαδή αν στο κοινωνικό πείραμα «έχουμε σε μια κοινωνική κατάσταση που θέλει λεπτους χειρισμούς», να βάλουμε έναν εξυπνάκια, έναν φοβιτσιάρη και έναν που έχει μάθει απ’ έξω το βιβλίο, ο εξυπνάκιας, θα τα σκατώσει πρώτος και θα ψάχνει για ψυχιάτρους να ψάχνουν για τα βαθύτερα του προβλήματα, ο φοβιτσιάρης δεν θα εκτεθεί, και αυτός που θα τα καταφέρει στο τέλος θα είναι ο Ζαμπούνης. Whatever works δηλαδή.

ο Σέρχιο Κόκε


Κοινωνιολογικά αν το δούμε έχει πολύ ενδιαφέρον. Η ομάδα του Άρη προτιμά να έχει στις τάξεις της έναν χαραμοφάη χοντροκόλη από τον δεύτερο σκόρερ του πρωταθλήματος. Διότι, ο χαραμοφάης, «έχει φιλήσει τη φανέλα με το θεό στο στήθος» όπως θα έλεγε και ο κάγκουρας» οπαδός-επαγγελματίας- σουπεράς πρόεδρος του συλλόγου, «έχει σκίσει τα βοκτάς του», που λέει και ο Ραπτόπουλας, ως credit αρειανοσύνης, έχει δώσει το καλό παράδειγμα στους συμπαίκτες του να πάνε στην Τούμπα και να πουλήσουν Νταϊλίκι στους Τούρκους μπας και γίνουν μετά μελη στη διοίκηση, και με άλλα λόγια μεταδίδει μια συμπεριφορά στους υπόλοιπους του τύπου «κοιτάξτε, για να βγάλετε λεφτά, για να πιάσετε την «καλή» είναι προτιμότερο να φιλήσετε τη φανέλα, από το να είστε καλοί. Δε πα να είστε χαρτόμουτρα να σας ψάχνουν στα καζίνο όλη την μέρα, μπαρόβιοι να σας μαζεύουν κομματιασμένους οι σερβιτόροι το επόμενο ξημέρωμα, να μη βάζετε ούτε ένα γκολ, οι κώλοι σας να έχουν γίνει σαν της Παπαρίζου, πουλήστε αρειανιλίκι, και έχετε τζάμπα λεφτά, μια θέση στην 11αδα βρέξει χιονίσει και free pass για ότι μαλακία κάνετε σε αυτή τη ζωή» δηλαδή οι διοικούντες της ομάδας, με την εμπορική και την πολιτική υπόσταση προτιμούν να έχουν «μια σύζηγο που το έπαιζε ωραία και τώρα είναι απεριποίητη τεμπέλα, που οι πατσοκοιλιές της θα κάνουν δίπλες, δε πλένει τα πιάτα, είναι άχρηστη- βλέπει όλη μέρα τηλεόραση στο σπίτι, και δε συνεισφέρει στο νοίκι, και όλα αυτά σε αντάλλαγμα με το να λέει οτι πεθαίνει για σένα και να βρίζει τον γείτονα και να πετάει τα βρωμόνερα της στ’ απλωμένα σεντόνια του, παρά να πάρεις μια ωραία που μπορεί και να κλείσει το ματάκι στο γείτονα μια μέρα, αλλά θα πλένει πιάτα και θα χει κολί και βυζί γυμνασμένο που θα σε κάνει Τούρμπο». Αυτό είναι μιας μορφής ευτυχία, στο βαθμό που το μόνο που θές είναι να βρίζεις το γείτονα και να μην μείνεις ποτέ χωρίς κάποιον να σε αγαπάει. Δε θα προοδεύσεις και πολύ, αλλά δεν σε νοιάζει και πολύ. Το απέδειξαν στο ιστορικό εκείνο ματς στο Βικελίδης που ερχόταν ο ΕΧΘΡΟΣ να πάρει το πρωτάθλημα και κάναν κατάθεση ψυχής, ενώ στο κύπελλο ξυνόντουσαν όλοι, οι Παναθηναϊκοί τους παρακαλούσαν να τους κερδίσουν και να πάνε διακοπές και οι καημένοι οι οπαδοι πήγαν και γύρισαν. Δηλαδή, το επόμενο λέβελ για να χάσεις κύπελλο, είναι με τον Μουρίνιο στον πάγκο, στο Βικελίδης μέσα, με τη διατησία υπέρ σου και τους άλλους διαλυμένους. Και πάλι η sporting bet outsider θα σε δωσει.

ο μέσος όρος

Άμα πάρεις τον κάθε μαλάκα, το κάθε λέσι, τον κάθε αγράμματο, τον κάθε αγροίκο, τον κάθε αποτυχημένο, τον κάθε ανώμαλο, τον κάθε περίεργο, τον κάθε δυσλειτουργικό, την κάθε πουτάνα, την κάθε καριόλα, την κάθε κατίνα, την κάθε ηλίθια και τους αθροίσεις όλους αυτούς και μετά τους διαιρέσεις με τον πλυθησμό τους, θα πάρες αυτό που λέμε τον μέσο όρο. Όσο αποκλείνεις από αυτόν, τόσο πιο «περίεργο» σε θεωρούν οι προηγούμενοι και τόσο δυστυχισμένος είσαι.